Μια αυτοκριτική για την ακρίβεια;
Του Θωμά Κιούση*
Τα τελευταία στοιχεία είναι για άλλη μία φορά αποκαλυπτικά. Στο 5,1% εκτινάχθηκε ο πληθωρισμός τον Σεπτέμβριο, έναντι 3,8% που είναι ο μέσος όρος στην Ευρωζώνη. Η χώρα μας παραμένει σταθερά στις πρωταγωνιστικές θέσεις της ακρίβειας στην Ευρώπη.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον μεγάλης αβεβαιότητας, κατατέθηκε πριν λίγες ημέρες το προσχέδιο του προϋπολογισμού για το 2027.
Σε τέτοιες περιόδους, η πρόκληση για την επίτευξη των στόχων με αξιοπιστία και συνέπεια αποκτά ξεχωριστή σημασία. Ο προϋπολογισμός είναι το βασικό εργαλείο άσκησης οικονομικής πολιτικής. Και ο προβληματισμός για τις αποκλίσεις από τους στόχους είναι επιβεβλημένος και χρήσιμος, ώστε να διορθώνονται οι αδυναμίες. Αναγκαία, όμως, είναι και μια στοιχειώδης αυτοκριτική.
Η απόκλιση προς το χειρότερο του πληθωρισμού, είναι μια τέτοια περίπτωση. Πέρυσι τέτοιο καιρό, η πρόβλεψη για το 2026 ήταν στο 2,2%.
Ο δείκτης τιμών κινείται όμως πάνω από το 5% όπως δείχνουν τα τελευταία στοιχεία, πάντα στις κορυφαίες θέσεις της Ευρώπης, ενώ και ο κινητός μέσος όρος κατά τους τελευταίους 12 μήνες ξεπερνά το 3,5%.
Το οικονομικό επιτελείο αποδίδει κατά κανόνα τον υψηλό πληθωρισμό στις επιπτώσεις από τις διεθνείς γεωπολιτικές εξελίξεις. Κάποιοι άλλοι φταίνε πάντα δηλαδή.
Υπάρχουν όμως και οι εσωτερικές αδυναμίες που αποκτούν μόνιμα χαρακτηριστικά χωρίς σημάδια βελτίωσης όλα τα τελευταία χρόνια, όπως η απουσία συνθηκών υγιούς ανταγωνισμού και αντανακλαστικών αντιμετώπισης της ακρίβειας. Αποτέλεσμα είναι λίγοι ευνοημένοι από τη μία και η όλο και πιο δυσμενής θέση των πιο αδύναμων από την άλλη, με τον σωρευτικό πληθωρισμό να ξεπερνά το 25% από την αρχή της θητείας της κυβέρνησης.
Η ακρίβεια σε συνδυασμό με το επίπεδο των ατομικών εισοδημάτων και της παραγωγικότητας της εργασίας κάνει την κατάσταση ακόμα πιο δύσκολη.
Σύμφωνα με το προσχέδιο του προϋπολογισμού, οι συνολικές αμοιβές εξαρτημένης εργασίας θα αυξηθούν κατά 4,6% το 2027 (μετά το 4,4% του 2026). Μεταβολή, που μπορεί να αποδοθεί κατά μεγάλο μέρος σε αύξηση της απασχόλησης, με εργασίες κυρίως χαμηλής εξειδίκευσης και απολαβών, αντί για την ουσιαστική βελτίωση των εισοδημάτων.
Με την παραγωγικότητα της εργασίας να προβλέπεται να αυξηθεί μόλις κατά 2% το 2027 (από 1,5% το 2026) και τον ρυθμό αύξησης του κόστους εργασίας ανά μονάδα προϊόντος στο 1,9%, είναι σαφές ότι τα μεγέθη αυτά αδυνατούν να καλύψουν τις πραγματικές βιοποριστικές ανάγκες των νοικοκυριών.
Το τίμημα της ακρίβειας και της μείωσης της αγοραστικής δύναμης, το πληρώνουν οι πολίτες, όπως οι μισθωτοί και συνταξιούχοι, με τη μείωση της αγοραστικής αξίας των εισοδημάτων τους, εξαιτίας της πληθωριστικής κρίσης.
Και την ίδια στιγμή, λείπουν τα «αντανακλαστικά» για μέτρα όπως η τιμαριθμοποίηση της φορολογικής κλίμακας ώστε οι ονομαστικές αυξήσεις να μην εξανεμίζονται από τον φόρο και η μείωση των φορολογικών συντελεστών.
Αποτελούν αναγκαίες παρεμβάσεις που θα έπρεπε να έχουν ήδη γίνει για να ελαφρύνουν τις επιπτώσεις, να βοηθήσουν την καθημερινότητα των νοικοκυριών, να απαλύνουν τη σκληρή πραγματικότητα που βιώνει η κοινωνία.
- Οικονομολόγος, πρώην δημοτικός σύμβουλος δήμου Θήβας
